Conjugation of “κάνω”

Gerund
κάνοντας

Present

Imperfective present

εγώκάνω
εσύκάνεις
αυτός/-ήκάνει
εμείςκάνουμε
εσείςκάνετε
αυτοί/-έςκάνουν

Past

Imperfect

εγώέκανα
εσύέκανες
αυτός/-ήέκανε
εμείςκάναμε
εσείςκάνατε
αυτοί/-έςέκαναν

Aorist

εγώέκαμα
εσύέκαμες
αυτός/-ήέκαμε
εμείςκάμαμε
εσείςκάματε
αυτοί/-έςέκαμαν

Imperative

Imperative

εσύκάμε
εσείςκάνετε