Conjugation of “ακούω”

Gerund
ακούγοντας

Present

Imperfective present

εγώακούω
εσύακούς
αυτός/-ήακούει
εμείςακούμε
εσείςακούτε
αυτοί/-έςακούν

Past

Imperfect

εγώάκουγα
εσύάκουγες
αυτός/-ήάκουγε
εμείςακούγαμε
εσείςακούγατε
αυτοί/-έςάκουγαν

Aorist

εγώάκουσα
εσύάκουσες
αυτός/-ήάκουσε
εμείςακούσαμε
εσείςακούσατε
αυτοί/-έςάκουσαν

Imperative

Imperative

εσύάκου
εσείςακούστε